«Είμαστε στη φάση της ιστορίας που, αν γράφαμε στο Facebook “ο τύπος είναι παρανοϊκός”, σχεδόν ολόκληρη η υφήλιος θα καταλάβαινε για ποιον μιλάμε».
Ο λόγος, βεβαίως, για τον Ντόναλντ Τραμπ, πρόεδρο των ΗΠΑ, ο οποίος από την ημέρα επανεκλογής του, δεν έπαψε να ξαφνιάζει με τις επικίνδυνα αυθόρμητες αποφάσεις του και τις συχνά απρόβλεπτες δηλώσεις και πολιτικές του.
Αυτό, όμως, που δεν πρέπει να ξεχνούμε και να παρασυρόμαστε σε υπεραπλουστευμένες ερμηνείες και αναλύσεις, είναι το γεγονός ότι ο Τραμπ αποτελεί ένα γνήσιο και ικανό υπηρέτη του κεφαλαίου, των πολυεθνικών εταιρειών. Έχει στηριχτεί και εκλεγεί από μέρος της παγκόσμιας πλουτοκρατίας και είναι τα δικά της συμφέροντα που εξυπηρετούν οι συνειδητές αποφάσεις και πολιτικές του. Επομένως, μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι είναι επικίνδυνος, νάρκισσος, αυθόρμητος, εγωπαθής και αυθαίρετος. Αυτό που δεν μπορούμε να υπονοήσουμε, είναι ότι οι αποφάσεις του πηγάζουν από παράνοια, ηλιθιότητα ή έλλειψη αντίληψης για το αντίκτυπο κάθε απόφασης. Είναι αποφάσεις συνειδητά και μεθοδευμένα παρμένες για να εξυπηρετούν τα συμφέροντα των πολυεθνικών.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα του πιο πάνω, αποτελεί η απόφασή για επιβολή δασμών στα κινεζικά προϊόντα. Απόφαση που απασχόλησε τη δημόσια πολιτική, οικονομική και κοινωνική συζήτηση για εβδομάδες ως κύρια είδηση, αφού η υλοποίησή της επηρεάζει την οικονομία σε πολύ πιο ευρεία κλίμακα από τα αμερικανικά ή τα κινεζικά σύνορα.
Για να μπορούμε να κατανοήσουμε τις επιπτώσεις αυτής της απόφασης, πρέπει πρώτα να αντιληφθούμε το κίνητρο και τους σκοπούς της.
Τι είναι οι δασμοί και ποιος ο στόχος του Τραμπ;
Με απλά λόγια, δασμοί είναι οι φόροι που επιβάλλει μια χώρα για εισαγωγή προϊόντων από μια άλλη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν για παράδειγμα ένα προϊόν εισαγόταν από την Κίνα στις ΗΠΑ στην τιμή των $10, μετά την επιβολή του δασμού, ο αγοραστής θα πληρώνει $24, με τα 14 από αυτά να πηγαίνουν στο κράτος ως φόρος επειδή το προϊόν είναι κινεζικό.
Η βασική λογική πίσω από την πολιτική αυτή, είναι η ενίσχυση της αμερικανικής βιομηχανίας, επαναφέροντας την παραγωγή εντός των ΗΠΑ και περιορίζοντας την εξάρτηση από κινεζικά προϊόντα. Η αμερικανική επιδίωξη είναι όπως οι δασμοί αναγκάσουν/δώσουν κίνητρο στις αμερικανικές εταιρείες να επαναφέρουν τις παραγωγικές τους δραστηριότητες στις ΗΠΑ, ιδιαίτερα στις περιοχές του "Rust Belt", περιοχές που παραδοσιακά εξαρτώνται από τη βαριά βιομηχανία.
Επίσης, στόχος είναι να μειωθεί το εμπορικό έλλειμμα και να ενισχυθεί η εγχώρια παραγωγή, καθιστώντας τα αμερικανικά προϊόντα πιο ανταγωνιστικά στις διεθνείς αγορές.
Η απόφαση για επιβολή δασμών εντάσσεται στις τακτικές του εμπορικού πολέμου που επιχειρούν οι ΗΠΑ απέναντι στην Κίνα, στο γενικότερο πλαίσιο του παγκόσμιου ανταγωνισμού και σύγκρουσης δυνάμεων. Επομένως, πέρα από την εξυπηρέτηση των συμφερόντων συγκεκριμένου μέρους του αμερικανικού κεφαλαίου, η απόφαση έχει έναν επιπλέον στόχο: να πλήξει οικονομικά ή - έστω - να αποδυναμώσει την Κίνα.
Πετυχαίνουν οι δασμοί τον σκοπό τους; Ποιες οι επιπτώσεις τους;
Σε ότι αφορά τον πρώτο στόχο που τίθεται, δηλαδή την εξυπηρέτηση των συμφερόντων μέρους του αμερικανικού κεφαλαίου, ναι, οι δασμοί αποτελούν επωφελή πολιτική. Συγκεκριμένες βιομηχανίες θα αναπτυχθούν και θα πλουτίσουν, τόσο από την ανταγωνιστικότητα των προϊόντων τους στη διεθνή αγορά, όσο και από τη συρρίκνωση των εργασιακών δικαιωμάτων (π.χ. με μειώσεις μισθών και απολύσεις), αφού εταιρείες που αναπόφευκτα βασίζουν την παραγωγή τους σε κινεζικές πρώτες ύλες (πλέον πιο ακριβές), θα προτιμήσουν να μειώσουν το κόστος παραγωγής παρά το κέρδος που τους αποφέρει η παραγωγή.
Σε ό,τι αφορά τον δεύτερο στόχο όμως, την αποδυνάμωση της Κίνας στο διεθνές σύστημα με εσωτερικά οικονομικά πλήγματα, δεν μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι η τακτική των δασμών θα έχει το επιθυμητό (για τον Τραμπ) αποτέλεσμα.
Οι βασικοί λόγοι είναι οι εξής:
- Ο τρόπος που είναι σχεδιασμένη η δομή και η λειτουργία του κινεζικού κράτους και οικονομίας, φέρνει την Κίνα σε θέση να έχει αποθεματικά δημόσια ταμεία τέτοιου μεγέθους, ικανά να μπορούν να απορροφήσουν εξωτερικούς κραδασμούς, οικονομικές επιθέσεις και κρίσεις.
- Η Ευρωπαϊκή Ένωση, της οποίας η αγορά εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τα αμερικανικά προϊόντα, ήδη εξετάζει και ετοιμάζεται να εφαρμόσει μέτρα ανταποδοτικών δασμών προς τις ΗΠΑ, για να αντισταθμίσει τις αυξημένες τιμές των εισαγόμενων προϊόντων. Παράλληλα, οι νέοι «κανόνες» που δημιουργούνται στην παγκόσμια αγορά με την επιβολή των υψηλών δασμών, επιτρέπουν στην Ε.Ε. περαιτέρω άνοιγμα στην κινεζική αγορά προκειμένου να ανταπεξέλθει.
- Τα αντιμέτρα στους δασμούς που θα επιβάλει η Κίνα στα αμερικανικά προϊόντα, ενδεχομένως η αμερικανική οικονομία να μη μπορεί να τα απορροφήσει χωρίς κόστος για τους εργαζόμενους και τον αμερικανικό λαό.
Ποιοι θα πληρώσουν τους δασμούς;
Η απάντηση είναι απλή. Τους φόρους τους οποίους επιβάλλονται στα πλαίσια του παγκόσμιου οικονομικού πολέμου επειδή ένα προϊόν είναι κινεζικό, αμερικανικό, κτλ, τους πληρώνουν οι εργαζόμενοι στην Αμερική, στην Ευρώπη και σε ολόκληρο τον κόσμο. Αυξήσεις τιμών σε βασικά αγαθά, κουτσούρεμα των εργασιακών δικαιωμάτων για να μειωθεί το κόστος των εργοδοτών, μείωση της αγοραστικής αξίας των μισθών, είναι τα αποτελέσματα του κάθε μέτρου και απόφασης που λαμβάνεται με γνώμονα την αύξηση του κέρδους των κεφαλαιοκρατών.
Είναι ο οικονομικός πόλεμος των ΗΠΑ προς την Κίνα μια αποτελεσματική τακτική για την επικράτηση στο διεθνές σύστημα;
Όχι. Το γεγονός ότι η Κίνα είναι ένας από τους μεγαλύτερους κατόχους αμερικανικών ομολόγων, με περισσότερα από $1,5 τρις σε αποθέματα, της παρέχει ένα σημαντικό οικονομικό πλεονέκτημα. Επομένως, ενδεχόμενη οικονομική ήττα της Κίνας, αυτόματα κλονίζει τα θεμέλια της αμερικανικής οικονομίας - και αντίστοιχα, χρεοκοπία των ΗΠΑ επηρεάζει την κινεζική οικονομία σε τεράστιο βαθμό, λόγω ομολόγων και ότι οι ΗΠΑ αποτελούν τον μεγαλύτερο εισαγωγέα κινεζικών προϊόντων.
Το δεδομένο αυτό, επιβεβαιώνει την αρχική υπόθεση του άρθρου: βασικότερος στόχος του αυθόρμητου, επικίνδυνου και εγωπαθή Τραμπ με την επιβολή δασμών στην Κίνα, αποτελεί η εξυπηρέτηση των συμφερόντων μέρους του αμερικανικού κεφαλαίου.
Το γεγονός ότι ο ανταγωνισμός δυνάμεων στο διεθνές σύστημα δεν θα κερδηθεί από τις ΗΠΑ μέσω του οικονομικού πολέμου, δεν το γνωρίζουμε μόνο εμείς. Το γνωρίζει και ο Τραμπ και όσοι αυτός εκπροσωπεί. Γι’ αυτό είναι που εντείνεται ολοένα και περισσότερο η στρατιωτικοποίηση των διεθνών σχέσεων, η κούρσα των εξοπλισμών και η κερδοφορία της πολεμικής βιομηχανίας.
*το άρθρο δημοσιεύθηκε στην "ν" Ιουνίου
Σταύρος Αγαθού
Μέλος Κ.Σ. ΕΔΟΝ



