Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ
Ο χαρακτήρας της Ε.Ε. δεν διαφέρει ουσιαστικά από τα υπόλοιπα ιμπεριαλιστικά κέντρα, παρά τις όποιες ιδιαιτερότητες ενυπάρχουν. Αυτός καθορίζεται τόσο από την Ιδρυτική και τις άλλες της Συνθήκες με κορωνίδα την συνταγματική Συνθήκη της Λισσαβόνας, όσο και από την πολιτική της έναντι των εργαζομένων και των λαών. Οι ιδιαιτερότητες έχουν να κάνουν κύρια με εσωτερικούς ανταγωνισμούς των δυνάμεων αλλά και τις παραδόσεις των ευρωπαϊκών λαών όπου υπάρχει αναπτυγμένο δημοκρατικό κίνημα και μια πολιτική κουλτούρα βγαλμένη μέσα από μακροχρόνιους πολιτικούς, κοινωνικούς και ταξικούς αγώνες.
Την ίδια στιγμή όμως οι στόχοι και οι επιδιώξεις του μεγάλου πολυεθνικού κεφαλαίου και των μονοπωλίων στις μεγάλες Ευρωπαϊκές δυνάμεις μέλη της Ε.Ε. παραμένουν αναλλοίωτες και έχουν υιοθετηθεί ως επίσημη κρατική πολιτική σχεδόν σε όλα τα κράτη μέλη και βεβαίως από την ίδια την Ε.Ε.
Η Ε.Ε., ως μια προωθημένη μορφή καπιταλιστικής οικονομικής και πολιτικής ολοκλήρωσης, έχει υιοθετήσει πλήρως το νεοφιλελεύθερο μοντέλο ανάπτυξης ενώ 22 από τα 27 κράτη μέλη της συμμετέχουν στο ΝΑΤΟ. Η Στρατηγική της Λισσαβόνας που αναθεωρήθηκε το 2005, αποτελεί την πυξίδα της Ε.Ε για αντιλαϊκή δράση και επέκταση του κερδοφόρου κεφαλαίου μέχρι το 2010. Η δε Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας που υιοθετήθηκε το 2003, σηματοδοτεί την σύζευξη Ε.Ε - ΝΑΤΟ, τις κοινές στρατιωτικές δράσεις με στόχο το στρατιωτικοπολιτικό έλεγχο.
Τυχόν διάσταση απόψεων ανάμεσα σε ηγετικές χώρες της Ε.Ε. με τις ΗΠΑ πρέπει να αποδίδονται κυρίως στις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και ανταγωνισμούς. Ο ανταγωνισμός δε ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ε.Ε. σήμερα, περιορίζεται κυρίως σε κάποια επίπεδα, στην παραγωγή εξοπλισμών, στην καινοτομία και στην έρευνα.
Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια η Ευρωπαϊκή Ένωση επιζητεί τα τελευταία χρόνια να διαδραματίσει καθοριστι0κό ρόλο στη διαμόρφωση του παγκόσμιου συστήματος κυριαρχίας προχωρώντας στη δημιουργία των απαραίτητων θεσμών και μηχανισμών για την ανάπτυξη αυτού του ρόλου, όπως είναι η συγκρότηση του ευρωπαϊκού στρατού για τη διαχείριση κρίσεων με δυνατότητα δράσης και εκτός συνόρων, η δημιουργία του κινητού αστυνομικού σώματος καταστολής, η ψήφιση της Συνθήκης της Λισσαβόνας και η προσπάθεια δημιουργίας μιας Ευρώπης φρούριο.
Την ίδια στιγμή, όλες αυτές οι εξελίξεις πραγματοποιούνται σε βάρος των λαών της Ευρώπης και χωρίς την συγκατάθεση τους. Η προσπάθεια για επιβολή της Συνθήκης της Λισσαβόνας στους λαούς της Ευρώπης μετά την απόρριψη του Ευρωσυντάγματος από τον Γαλλικό και τον Ολλανδικό λαό, προσέκρουσε στο ΟΧΙ των Ιρλανδών στην μοναδική χαραμάδα δημοκρατίας που επιτράπηκε με την διενέργεια δημοψηφίσματος. Η Συνθήκη της Λισσαβόνας δημιουργήθηκε για να επιβάλει θεσμοθετώντας πλέον, το νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό μοντέλο και την δομημένη συνεργασία με το ΝΑΤΟ. Το δημοκρατικό έλλειμμα που αναφέρεται συχνά δεν είναι μια αδυναμία της Ε.Ε. αλλά ένα εγγενές χαρακτηριστικό. Η νομιμοποίηση που επιδιώκει η ίδια η Ε.Ε. για τις πολιτικές της είναι απλή πρόφαση, όπως αποδείκτηκε άλλωστε από το γεγονός ότι το απορριφθέν Ευρωσύνταγμα, επέστρεψε με διαφορετικό όνομα ως Συνθήκη της Λισσαβόνας με ταυτόχρονη εκ των προτέρων απαγόρευση της διεξαγωγής δημοψηφισμάτων στις χώρες μέλη.
Η αμετακίνητη προσήλωση των ηγετικών κύκλων της Ε.Ε. στο νεοφιλελευθερισμό δεν δημιούργησε την παγκόσμια κρίση, ωστόσο αποτέλεσε τον καταλύτη για το τόσο οξύ ξέσπασμα της. Η όξυνση εδώ και χρόνια των προβλημάτων της ανεργίας, της φτώχειας, των άστεγων, ο κοινωνικός αποκλεισμός και η περιθωριοποίηση μεγάλων στρωμάτων του πληθυσμού της Ε.Ε. υπήρξε προϊόν αυτής της πολιτικής.
Η Στρατηγική της Λισσαβόνας, ιδιαίτερα όπως αναθεωρήθηκε, επιδιώκει την αύξηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου τόσο με την μείωση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, όσο και με την θέσπιση κινήτρων προς τους επιχειρηματίες. Παράλληλα, επιδιώκει τη μείωση του δημόσιου τομέα, και την εκποίηση του Κράτους Πρόνοιας. Απόρροια της στρατηγικής της Λισσαβόνας, είναι και η Οδηγία Bolkestein, η οποία όπως εγκρίθηκε από τα κόμματα της Δεξιάς και τους Σοσιαλδημοκράτες, στοχεύει να ανοίξει ακόμα παραπάνω το δρόμο στις πολυεθνικές να εισβάλουν στα κράτη-μέλη μέσα σε συνθήκες όπου τα εργασιακά κεκτημένα θα τίθενται τουλάχιστον σε αμφισβήτηση. Αυτές οι πολιτικές γεννούν αλυσιδωτές αρνητικές επιπτώσεις στους εργαζόμενους, με πρόφαση την ανταγωνιστικότητα. Η διαδικασία αυτή οδηγεί σε ανταγωνιστικές σχέσεις τους εργαζόμενους αντί του κοινού μετώπου.
Αξίζει να επισημανθεί ότι οι προσπάθειες που καταβάλλονται για δήθεν αύξηση του αριθμού των θέσεων εργασίας, δεν είναι για την καταπολέμηση της ανεργίας, αλλά για το μοίρασμα της ίδιας εργασίας και του ίδιου μισθού ανάμεσα σε περισσότερους εργαζόμενους. Δεν μοιράζεται δηλαδή ο πλούτος των εργοδοτών, αλλά η φτώχια των εργαζομένων. Σε αυτά τα πλαίσια εντάχθηκε και η προσπάθεια για επέκταση των ωρών εργασίας σε 65 ανά εβδομάδα, η οποία ευτυχώς για την ώρα αποτράπηκε.
Ως επιπρόσθετη συνέπεια της επιβολής συντηρητικών, αντιλαϊκών μέτρων και της κοινωνικής καταπίεσης που υπάρχει σε αριθμό χωρών θα πρέπει να επισημανθεί η δημιουργία πρόσφορου εδάφους για την ανάπτυξη και μαζικοποίηση ρατσιστικών και νεοφασιστικών κινημάτων με εκλογικές επιτυχίες.
Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, των εκπορευόμενων συνταγών από τις Βρυξέλλες και τους σημαντικούς περιορισμούς που υπάρχουν στην άσκηση κοινωνικό – οικονομικής πολιτικής δίνουμε και στην Κύπρο την μάχη για άσκηση φιλολαϊκών – προοδευτικών πολιτικών. Ο βαθμός στον οποίο θα γίνει εφικτή μια άσκηση τέτοιας πολιτικής σε μεγάλο βαθμό θα κριθεί στη βάση του συσχετισμού πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων και στην Κύπρο, στο επίπεδο της οργάνωσης και παρέμβασης του κόμματος μας που πρέπει να παραμείνει ισχυρή, αφού σε τελευταία ανάλυση αποτελεί θέμα ταξικής πάλης.
